Προσωπικό ιστολόγιο

Προσωπικό ιστολόγιο

28 Μαρτίου 2015

Μια «συγνώμη» για μένα

Δε μου αρέσουν οι άνθρωποι που λένε εύκολα «συγνώμη». 

Για να ακριβολογώ , ποτέ μου δεν κατάλαβα απόλυτα αυτήν τη λέξη. 

Έχουν καεί τα αυτιά μας από φράσεις ανάλατες.

Τι σημαίνει εννοώ μια συγνώμη; 

Ετυμολογικά, σαφώς υποδεικνύει μετάνοια και γνήσια μεταμέλεια. 

Είναι ταυτόσημο του λάθους, που αναγνωρίστηκε και δεν θα επαναληφθεί. 

Αηδίες. 

Πρώτη και καλύτερη, μεγάλη δασκάλα η ιστορία, μας έχει δείξει πως τα λάθη κάνουν τεράστιους χρονικούς κύκλους επανάληψης, με τους ανθρώπους έρμαια των παθών τους ξανά και ξανά.

Τα ίδια λάθη, με άλλο φόντο, ενίοτε αγκαζέ με μια απολογία. 

Κι ύστερα, δεν πιστεύω στη δύναμη των λέξεων.

Οξύμωρο θα μου πει κάποιος, αφού είναι το εργαλείο μου. 

Όχι όμως όταν αυτές χρησιμοποιούνται για άφεση αμαρτιών.

Γιατί αυτό το «συγνώμη» έχει γίνει πια ένα οικτρά προβλέψιμο άλλοθι, μια χυδαία δικαιολογία, σεντόνι για να καλύψεις τις ερινύες σου να μην κρυώσουν. 

Παίρνεις το ανάλογο ύφος, αν το έχεις με το μελό δακρύζεις και λιγάκι, το ξεστομίζεις με τρεμάμενη φωνή. 

Το λες όταν χύνεις απρόσεχτα έναν καφέ, όταν μπερδεύεις μια παραγγελία, όταν κερατώνεις ή ψεύδεσαι για να καλύψεις μια αλήθεια που πονάει. 

Το λες για να πασπαλίσει άχνη πάνω σε σκάρτες συμπεριφορές, απέναντι σε έναν φίλο που δεν του άξιζε. 

Ταιριάζει σε κάθε περίσταση.

Το ίδιο κάθε φορά. 

Ψεύτικο και κενό, εύκολα το αρπάζεις απ’το συρτάρι και το σερβίρεις κατεψυγμένο. 

Πως αλήθεια τολμάς να πιστεύεις ότι μια τόσο κοινή λέξη, γιατρεύει έναν πληγωμένο άνθρωπο, μια ραγισμένη εμπιστοσύνη, δυο απογοητευμένα μάτια. 

Δεν πιστεύω στη λεκτική συγνώμη. 

Ούτε στην δήλωση μετάνοιας πιστεύω. 

Άλλωστε, το παιχνίδι παίζεται πάντα εκ των υστέρων. 

Όταν σε πιάσουν, όπως τότε που ήσουνα μικρός, κι έκρυβες το σπασμένο βάζο κάτω απ’το χαλί.

Μετά έτρεχες ενοχικά στην απέναντι γωνία και περίμενες να ακούσεις τ’όνομα σου. 

Δε θα ξεχάσω ποτέ τα άτομα αυτά που πλήγωσα. 

Δε θα φύγει το σφίξιμο από μέσα μου, για όσους μου έδωσαν πολλά, τα πέταξα κι αποδείχτηκα λίγη. 

Όμως πάλι δε θα ζήταγα συγνώμη.

Αγένεια θα πουν οι πολλοί, αυθεντικότητα ίσως κάποιοι άλλοι με μια δεύτερη σκέψη.

Αν έπρεπε ίσως δικαιωματικά, να αξίζουμε μια και μόνο στιγμή ειλικρινούς συγνώμης, πάλι δε θα τη ζητούσα από κανέναν. 

Κάπως έτσι θα την σκηνοθετούσα. 

Θα έβρεχε και θα ήταν νύχτα, πυκνή και βαριά.

Χειμώνας, γιατί το καλοκαίρι δεν αρμόζει ποτέ σε τέτοιες καταστάσεις. 

Κι εγώ, θα στεκόμουν ακίνητη, δακρυσμένη. 

Θα ζητούσα συγνώμη απ΄την ζωή, που τόσες φορές της γύρισα την πλάτη. 

Θα έκλαιγα με λυγμούς, για όλες εκείνες τις ευκαιρίες που αρνήθηκα απ΄τον φόβο. 

Και θα κρατούσα μια τελευταία για μένα. 

Για τα «δεν θα τα καταφέρω» που γέννησαν ατολμία. 

Για τους έρωτες, που γέννησαν λάθος ελπίδες. 

Για το γαμώτο όλων εκείνων που αφήσαμε πίσω, για να κρύψουμε λίγο αργότερα τ'απομεινάρια τους, πίσω από γωνίες επίπλων. 

Ύστερα θα αναπνεύσω πρώτη φορά ελεύθερα και ήρεμα γιατί θα μ' έχω συγχωρήσει. 

Εκεί το χάνουμε όλοι. 

Στην αιτία. 

Μιλάμε και μιλάμε πολύ, ακατάσχετα και φλύαρα, απολογούμαστε και χαϊδεύουμε τα γένια μας. 

Κλείσε το στόμα σου για μια φορά και άσε το σώμα να μιλήσει.

Άπλωσε δυο χέρια και χάιδεψε ένα πρόσωπο. 

Άσε δυο μάτια να βουρκώσουν, να πουν όσα οι λέξεις δε μπορούν και ούτε πρόκειται να μπορέσουν. 

...«Εκεί είναι όλες οι λέξεις μάτια μου. Στα μάτια, τα δακρυσμένα.»
______________________________________________

*Και εννοείται ότι κλείνω με Jerry Maguire και τραγούδι απ' τους Chicago:


21 Μαρτίου 2015

Φίλος καλός



Γιατί εσύ μου δείχνεις πώς είναι να είσαι διαφορετικός. 


Κι ο κόσμος μέσα απ' τα δικά σου μάτια μπορεί να είναι μόνο αγνός.


Για σένα οδηγός.

Ο δρόμος σου στρωμένος από λέξεις: 

φροντίδα, αγάπη, σεβασμός.

16 Μαρτίου 2015

Πράγματα που δεν έκανες- Leo Buscaglia

Θυμάσαι τη μέρα που δανείστηκα το καινούριο σου αυτοκίνητο και το τρακάρισα;

Νόμιζα πως θα με σκότωνες, μα δεν το έκανες.


Και θυμάσαι τη φορά που επέμενα να πάμε στη θάλασσα κι εσύ έλεγες ότι θα βρέξει και έβρεξε;

Νόμιζα πως θα μου 'λεγες «στο 'χα πει», μα δεν το έκανες.


Θυμάσαι τη φορά που φλερτάρισα με όλους τους άντρες για να σε κάνω να ζηλέψεις και 'συ ζήλεψες ;

Νόμιζα πως θα με παρατούσες, μα δεν το έκανες.


Θυμάσαι τη φορά που λέρωσα την ταπετσαρία του αυτοκινήτου σου με κρέμα φράουλα;


Νόμιζα πως θα με χτυπούσες, μα δεν το έκανες.


Και θυμάσαι τη φορά που ξέχασα να σου πω πως ο χορός ήταν επίσημος και ήρθες με το μπλουτζίν;

Νόμιζα πως θα 'φευγες, μα δεν το 'κανες...


Ναι, υπάρχουν χιλιάδες πράγματα που δεν τα έκανες.

Αλλά με δέχτηκες και μ’ αγάπησες και με προστάτεψες.


Υπάρχουν χιλιάδες πράγματα που ήθελα να σου ανταποδώσω όταν θα γύριζες από το Βιετνάμ.

Αλλά δε γύρισες...

14 Μαρτίου 2015

Πανίβλακας και τρισευτυχισμένος

Η ευφυΐα είναι υπερεκτιμημένη.

Είναι μια μορφή εξουσίας. Όμως ποιον εξουσιάζει πραγματικά;

Είναι ένα όπλο. Ποιον στοχεύει;

Τους κρετίνους ή αυτούς που τραβάνε τη σκανδάλη;

Ο Μαρτέν Παζ στο διήγημά του "Πως έγινα βλάκας"* υποστηρίζει πως η ευφυΐα είναι ασθένεια.

Τα ερεθίσματα που δέχεται ο νους τον βυθίζουν σε αέναες σκέψεις.

Αν επιμένεις να κολυμπάς βαθιά στις σκέψεις σου, μπορεί να πνιγείς πριν φτάσεις στην επιφάνεια για να πάρεις ανάσα.

Διότι μπορεί η επιφάνεια να είναι βαρετή, όμως δεν είναι επικίνδυνη.

Με αυτή τη λογική, ο ήρωας του διηγήματος πάσχοντας από υπερβολική ευφυΐα κι αφού αποτυγχάνει να γίνει αλκοολικός και αυτόχειρας, προσπαθεί να γίνει βλάκας.

Το να είσαι ηλίθιος σε μια κοινωνία όπου η εξυπνάδα οδηγεί σε συναισθηματική και κοινωνική παράλυση, ίσως είναι ευλογία.

Η ευτυχία για τον ηλίθιο είναι απτή και υλοποιήσιμη, όταν για άλλους φαντάζει άπιαστο όνειρο.

Ο έξυπνος είναι μονίμως προβληματισμένος.

Μονίμως κάτι τον απασχολεί και του στερεί την απόλαυση χωρίς ενδοιασμούς.

Τα πάντα γύρω του είναι τροφή για σκέψη και αμφισβήτηση.

Προσπαθεί να εκλογικεύσει όσα νιώθει και όταν είναι έρμαιο αυτών, πανικοβάλλεται και αποζητά την καταστολή του μυαλού του.

Ο ευφυής χαρακτηρίζεται από ακράτεια λογικής, αλλά και συναισθημάτων.

Ασκεί στον εαυτό του ιλιγγιώδεις δυνάμεις, χωρίς να έχει την επιλογή επιβράδυνσης της λειτουργίας του.

Ο ηλίθιος δρα πιο αυθόρμητα και από παιδί που δελεάζεται με γλειφιτζούρι.

Ακόμα και αν αποτύχει, έχει έλλειψη τύψεων και απουσία βαθιάς συνείδησης για αυτό.

Αυτή η αφέλεια τον φέρνει πιο κοντά στην ευτυχία και την ψυχική ηρεμία.

Ίσως είναι εικονική. Ίσως είναι ρηχή. Σίγουρα είναι απλή.

Ζει άνιωθα, χωρίς να ζαλίζει ο ίδιος τον έρωτά του.

Δε σκοτώνει αυτό που δεν μπορεί να καταλάβει, το δέχεται.

Δε θα βιώσει ποτέ την απόλυτη έκρηξη συναισθημάτων, αλλά δε θα φτάσει και στο μηδέν.

Θα παραμείνει στη χλιαρή μετριότητά του και θα είναι χαρούμενος μ' αυτό.

Εφόσον δε γνωρίζει τα άκρα δεν τα πλησιάζει και δε τον φοβίζουν.

Αυτό με προβληματίζει.

Θα ήθελα να ήμουνα ηλίθια;

Αν δεν ήθελα να γευτώ την ουσία στα έγκατα της.

Αν δεν ήθελα να βιώσω την πτώση και την εκτόξευση.

Αν δεν ήθελα να ξέρω τι σημαίνει ευφυΐα, σίγουρα θα ήταν τέλειο να περιπλανιέμαι-

πανίβλακας και τρισευτυχισμένη.

______________________________________________________
* Μία σύντομη παρουσίαση του βιβλίου του Martin Page μπορείτε να βρείτε εδώ

Τι ακριβώς είμαι, "καλός" ή "κακός";

Κάθε παιδί, από τη στιγμή που γεννιέται, τίθεται υπό κρίση. 
«Τα καλά παιδιά δεν κάνουν έτσι», ή «Τα καλά παιδιά δε θυμώνουν, δε γκρινιάζουν, δεν παραπονιούνται» ή «δεν κάνουν ο,τιδήποτε εν γένει προκαλεί δυσφορία». 

Κι αυτή είναι η πιο ευνοϊκή συνθήκη, για να δημιουργήσει μια αγωνία στον καθένα μας, για το πώς οι σημαντικοί άνθρωποι γύρω μας χαρακτηρίζουν τις σκέψεις, τα συναισθήματα ή τις πράξεις μας.

Τι είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο καλό ή κακό; 

Ίσως χρειάζεται για αρχή να αναρωτηθούμε ποιες στάσεις ή συμπεριφορές εντάσσονται στη μία ή την άλλη κατηγορία. 

Συνηθίζουμε να συγχέουμε την καλοσύνη με την ανεκτικότητα και την κακία με τη δυσφορία.


Εύκολα είμαστε σε θέση να κρίνουμε αρνητικά ο,τιδήποτε μας είναι δύσκολο να διαχειριστούμε ή απαιτεί περισσότερη ενέργεια. 

Ή ακόμα περισσότερο ό,τι μας δυσφορεί, επειδή αγγίζει μια δική μας αφρόντιστη πληγή.

Μπερδευτήκαμε ανάμεσα σε καλοσύνες και κακίες, βιαστήκαμε να ταιριάξουμε τις συμπεριφορές μας και τα συναισθήματα ή ο,τιδήποτε βιώνουμε σε κάθετι που βγάζει νόημα ή έχει μια λογική εξήγηση. 

Ανησυχήσαμε μήπως αυτό που κάναμε, νιώσαμε, σκεφτήκαμε ανταποκρίνεται σε αυτό το άκαμπτο κομμάτι, που λέγεται εαυτός.


Τρέξαμε να προλάβουμε τις αναπάντεχες επιδράσεις των κινήτρων μας, που σαν αδέσποτα σκυλιά, δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να ταιριάξουν σε μια κοινωνία άδικη για τους ανθρώπους, οι οποίοι δεν ταίριαξαν σε αυτή.


Λαχανιάσαμε να αναρωτιόμαστε τι στο καλό -ή κακό- συμβαίνει κάθε τόσο, που ένα σκυθρωπό πρόσωπο υπονοεί όσα θέλει να πει, κι εμείς μέσα στην επιρρέπειά μας σιγουρευτήκαμε πως φταίμε.

Σκέψου πόσο θυμό άραγε κρύβει η αγωνία να αποδείξουμε, πως είμαστε καλοί. 

Τόσος θυμός, που είναι ικανός να ανεβάσει τους χτύπους της καρδιάς και να κάνει το αίμα να κοχλάσει σαν να μη χωρά κάτω από το δέρμα. 

Ανεβαίνει όλο και ψηλότερα, φτάνει στο κεφάλι και εύχεται να μην το εμπόδιζε τίποτα από μια ανεξέλεγκτη, μα τόσο απελευθερωτική πορεία. 

Πόσο εγκλωβιστικό το δέρμα που γίνεται φορές, σαν τα όρια που μόνοι μας βάζουμε στον εαυτό μας. 

Μη διανοηθείς να πιστέψεις, πως μπορείς να κάνεις αλλιώς από αυτό που σου διδάξανε, γιατί αλλιώς σε ξεγράψανε. 

Και σου χρειάζεται να ξέρεις, πως αξίζεις το ίδιο, όπως όλοι οι σημαντικοί άνθρωποι γύρω σου.

Ταλαντεύεται ο αυχένας, γιατί κουράστηκε.

Τα κόκκαλα διαμαρτύρονται και η πλάτη δεν αντέχει άλλο.

Πόσο να αντέξει κι αυτή την αγωνία της έγκρισης;

Πάντα κάποιος πρέπει να είναι εκεί να εγκρίνει πώς νιώθεις, τι σκέφτεσαι, τι τολμάς να κάνεις. 

Τι επιτρέπεται και τι όχι με βάση εκείνες τις συνθήκες, που σου επιτρέπουν να υπάρχεις.

Συνθήκες, που συνηγορούν στην ευκολία των άλλων, που δεν ταράζουν την ησυχία τους ή δεν τους ξεβολεύουν από τις καρέκλες τους. 

Συνθήκες, που εκ των προτέρων, οι γύρω σου αποφάσισαν, πως είναι ιδανικές για εσένα, χωρίς φυσικά να ερωτηθείς, στις οποίες ξέχασαν να υπολογίσουν το πόσο μοναδικός είσαι ή πόσο μοναδικά νιώθεις. 

Άνθρωποι και περιστάσεις, που ξέχασαν να σου θυμίσουν το πόσο τέλειος είσαι ακριβώς έτσι, δίχως να αλλάξεις τίποτα.

Τέλειος όχι για όλους, αλλά για εκείνους, τους δικούς σου σημαντικούς, γιατί ακριβώς ξεκινάς να αναπτύσσεσαι δίχως εμπόδια στο διάβα σου. 

Εμπόδια, που στα καθορίζουν οι άλλοι και όχι οι δυσκολίες που συναντάς.

Μια κιθάρα είμαστε όλοι μας. 

Και χορδές θα σπάσουν και θα χρειαστεί να την κουρδίσουμε και να την παρατήσουμε για λίγο κι έπειτα πάλι ξανά, θα την πιάσουμε όταν νιώσουμε, πως έχουμε κάτι μελωδικό να πούμε. 

Ξεχνάμε να θυμηθούμε, πως ακόμα και οι πιο άγριες μελωδίες, είναι φτιαγμένες από τη δική μας κιθάρα και είναι αυτό που τις κάνει μοναδικές, ακόμα κι αν κάποια αυτιά δυσφορούν ή έχουν μάθει σε αλλιώτικες νότες. 

Ακόμα κι αν κάποιοι προσπαθούν να σε πείσουν για το ρεπερτόριο ή την ένταση που οφείλεις να παίζεις. 

Δεν υπάρχει καλό και κακό τραγούδι. 

Υπάρχουν μελωδίες που άλλοτε μας αναστατώνουν ή μας ευχαριστούν, μας χαλαρώνουν ή μας κινητοποιούν.


Πόσο μελωδικός θα ήταν ο κόσμος, αν προσπαθούσαμε για λίγο να επιτρέψουμε στους ήχους μας να παίξουν, δίχως προϋποθέσεις, δίχως πεντάγραμμα;


7 Μαρτίου 2015

Να μην ξεχνάμε να υπάρχουμε

Υπάρχουν μέρες πολύχρωμες, μέρες μαγικά έντονες που σου επιβάλλουν την παρουσία τους και νιώθεις να σε επηρεάζουν ακόμα κι αν μένεις άπραγος.

Συνοδεύονται από πληθώρα συναισθημάτων, αυτοπροκαλούμενα, που σε κάνουν να είσαι γεμάτος και πλήρης, χωρίς να ξέρεις τον λόγο.

Ίσως δεις τα άτομα που σε ενδιαφέρουν, ίσως κάνεις μια συζήτηση με νόημα, ίσως πάλι σου συμβεί αυτό το ευχάριστο που περίμενες για καιρό. 

Όμως κι αν δε συμβεί κανένα απ' όλα αυτά δε σε νοιάζει, γιατί εσύ λάμπεις και δε χρειάζεσαι κανέναν.

Ακόμα κι αν όλα διαλύονται συθέμελα γύρω σου, εσύ μόνος μα παντοδύναμος, μπορείς να καταφέρεις τα πάντα.  

Η μέρα σου είναι αστραφτερή και σε κάνει να ξεχνιέσαι. 

Κυλάει, είναι εύκολη μέρα.

Όμως έρχεται κι εκείνη η μία που μετατρέπει τη χρυσόσκονη που μάζεψες, σε άσχημη στάχτη που σε πνίγει.

Δεν έχει σταθερή συχνότητα κι ούτε προειδοποιεί, μια μέρα σκέτο κάρβουνο ξημερώνει ετσιθελικά, για να γκριζάρει όλο σου το είναι. 
Εκείνη η μία που περνά βασανιστικά αργά κι αφήνει πίσω της μόνο εσένα και τον άδειο σου εαυτό.

Αυτές τις μέρες πρέπει να προσέχουμε. 

Τις δύσκολες κι επώδυνες, που μας βρίσκουν παντοδύναμους και μας μετατρέπουν σε άνευρους κομπάρσους που παίζουν σε έργο ανιαρό και πολυπαιγμένο. 

Οι δυνάμεις που ήταν ευδιάκριτες άλλοτε, τώρα μοιάζουν σαν να μην υπήρξαν ποτέ. 

Η μοναξιά προσάναμμα κι  οι σκέψεις σπίθες, κάνουν σβησμένους πόνους να θεριεύουν.

Στις φλόγες πέφτει κάθε απόθεμα αισιοδοξίας.

Κι ο πύρινος κλοιός στενεύει εξίσου και για τις ευχάριστες σκέψεις που κρατάμε για μία ώρα ανάγκης.

Μια ώρα που έχουμε ανάγκη τα πάντα αλλά και το τίποτα.

Και για να μη μείνουν μόνο αποκαΐδια, πρέπει εμείς να αναλάβουμε δράση.

Πρέπει να θυμηθούμε ότι υπάρχουμε.

Εδώ είμαστε, εδώ είναι και πολλοί άλλοι που ίσως έχουν μία μέρα όμοια με εμάς. 
Εύκολη, δύσκολη δεν έχει σημασία, μιας και μπορεί αυτή ν' αλλάξει στο λεπτό.  

Αυτό που μετράει είναι να καταλάβουμε τη δύναμη που έχουμε να φωτίζουμε τη μέρα τη δική μας αλλά και των άλλων.

Γιατί το μουντό υποχωρεί σαν έρχεται το χρώμα. 
Κι όταν το φως μας περισσεύει, ομοίως υποχωρεί και κάποιο σκοτεινό κομμάτι που βρίσκεται δίπλα μας.

Αρκεί να δώσουμε λίγη σημασία.

Με το να θυμόμαστε να υπάρχουμε, είμαστε πρόθυμοι για οποιαδήποτε ενέργεια που θα αλλάξει τη διάθεσή μας.
Με το να θυμόμαστε να υπάρχουμε, αποκτούν σημασία και οι γύρω μας.

Γιατί και αυτοί υπάρχουν όπως εμείς. Και συνυπάρχουμε όλοι μαζί για να γίνονται οι άδειες μέρες, γεμάτες.

Αρκεί να πλησιάσουμε.

Μια πράξη βοήθειας, μια χαλαρή κουβέντα, μία αγκαλιά.
Μία καλημέρα, ένα ευχαριστώ, ένα χαμόγελο- έστω ένα νεύμα από μακρυά, κάνουν τη μέρα διαφορετική και δίνουν πρόσθετη ομορφιά.

Ενέργειες απλές, μα τόσο διασωστικές.

Μόνος πάλι μπορεί να 'σαι, όμως δεν ξεχνάς την επίδραση των γύρω σου.
Μόνοι μπορεί να συνεχίσουν να είναι κι αυτοί, όμως ξέρεις ότι μπορείς να τους προσφέρεις μία δόση χαράς όποτε το θελήσεις.

Ας μην ξεχάσουμε να υπάρχουμε. 

Για εμάς και για τους άλλους.


Η μέρα υφίσταται χρονικά κι εμείς στο κέντρο της τη ζούμε.
Κάνουμε τα σκούρα, φωτεινά. 

Με στοχευμένες πράξεις, πράξεις που δηλώνουν ύπαρξη, δίνουμε και παίρνουμε πολλά.